• WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cop on vi phrasalUK, slang (realise) (καθομιλουμένη, μτφ)τα πιάνω, το πιάνω έκφρ
  παίρνω χαμπάρι έκφρ
  χαμπαριάζω ρ αμ
cop on to [sth],
cop onto [sth]
vi phrasal + prep
UK, slang (fact, idea: realise, grasp) (καθομιλουμένη, μτφ)πιάνω ρ μ
  παίρνω χαμπάρι έκφρ
  χαμπαριάζω ρ μ
 She didn't cop on to the fact that the girl he was describing was her sister.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
have no cop on v exprIrish, informal (lack common sense) (καθομιλουμένη, μτφ)δεν μου κόβει έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cop on στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cop on».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!